Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΑΠΟ ΤΙΣ ΝΕΡΟΜΑΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ Θρύλοι και πραγματικότητες


   Παλιές παραδόσεις!

Κατά πως τα μολογούσαν οι πολύ γέροντες Ρεντινιώτες και αυτά  πέρασαν από στόμα σε στόμα,  μιά θαυμάσια αμαρτύρητη παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα, κάτι ανάμεσα στον θρύλο και την γοητεία του υπερφυσικού είναι και τα γεγονότα τούτα.
Έχει να το λέει ο λόγος ο παλιός, πως πριν πολλά χρόνια ήρθε ένας χειμώνας φοβερός κι ακούραστος, πέσανε πάρα πολλά χιόνια, κανένας δεν θυμόταν τέτοιο χειμώνα πεισματάρη. Ήταν στην καρδιά του βαρύ χειμώνα, στα μέσα του Γενάρη περίπου, όταν τα χιόνια σαν να το ζώσανε το χωριό κι όλο τον τόπο γύρω, κατάλευκα σεντόνια, κλείσανε τον κόσμο και τ’ αγρίμια πεινασμένα κατέβηκαν απ’ τις ερημιές. Μέρα μεσημέρι και τα ’βλεπες από το χωριό, πέρα στην κατάλευκη πλαγιά να μαυρολογάνε.
Πότε-πότε τρία, πότε τέσσερα μαζί, πότε κοπάδι τριάντα-σαράντα, βαδίζανε σκυφτά, στέκονταν, μύριζαν χάμω, ξάφνου πιλαλούσαν πέρα, στέκονταν πάλι και οσφραινόταν τον αέρα.
Την νύχτα δεν τα ’βλεπες, μα τ’ άκουγες που ούρλιαζαν και μούγκριζαν. Λύκοι ήταν τα πιο πολλά, που πλάκωσαν πεινασμένοι- κοπάδι. Θα ’ταν πενήντα, θα ’ταν εκατό! ποιος να ξέρει. Χτυπάνε αμέσως γοργά, δυνατά και ακατάστατα όλες οι καμπάνες, πετιέται ο κόσμος στο ποδάρι, τότε έπρεπε να δεις τον ξέφρενο τρόμο που σα σπασμός ανατάραξε όλον τον κόσμο.
Αχολογάει ο τόπος όλος, κιντύνεψε το χωριό. Αρματώθηκαν λοιπόν όλοι οι άντρες και βγήκαν να τους κυνηγήσουνε. Η νύχτα ήταν σιγαλή κι η νέκρα του χιονιού βασίλευε πάνω στα βουνά και τα γύρω κατατόπια και ξάφνου μονομιάς ακούστηκε ωσάν απόμακρο βούισμα το γαύγισμα των λύκων.
Ξύπνησε το χωριό και όλο σίμωνε το γαυγιτό και το ουρλιαχτό. Θα ’ταν πολλοί, εκατοντάδες λύκοι. Οι άντρες, μικροί μεγάλοι, πήρανε τ’ άρματα, ντουφέκια, ακονισμένα μαχαίρια, δρεπάνια, δίκρανα, τσεκούρια και στειλιάρια. Όλοι στο πόδι, πιάσανε τα γύρω στο χωριό και καρτερούσαν.
Φεγγάρι δεν είχε κείνη τη νύχτα, μα ήταν τόσα τα χιόνια που ασπρογάλιζε ο κόσμος και ξαφνικά τηρώντας κατά τα ουρλιαχτά, οι χωριανοί ξανοίγουν πέρα σαλέματα αγριμιών και πηγαινέλα. Μείνανε κάμποσοι στο καρτέρι ολόγυρα από το χωριό, μη λάχει και πλακώσουν αναπάντεχα απ’ αλλού άλλα κοπάδια, κι οι ποιο πολλοί μαζεύτηκαν εκεί όπου ακουγόταν τα ουρλιαχτά, εκεί που σάλευαν οι ίσκιοι.
Σύγκαιρα τα γυναικόπαιδα φέρνουν ξύλα και φρύγανα και αμέσως ανάβουνε φωτιές γύρω τριγύρω στο χωριό. Κι έβλεπες ετούτο το όμορφο πράμα: όλοι οι γέροι κι όλα τα παλικάρια, έβλεπες να γυαλίζουνε τα μάτια τους από την ταραχή, μια άγρια ταραχή, γιατί κρατούσαν τ’ άρματα στα χέρια και θα τα δουλεύανε.
Γυρεύανε να ξεσπάσουν, να βαρέσουν. Γεννημένοι ήταν για πάλεμα, για τον πόλεμο. Ήρθαν και στάθηκαν μπροστά από τις φωτιές, για να φυλάξουν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους στα σπίτια.
Κι όταν τα πρώτα αγρίμια, κύμα σωστό, ετοιμαζόταν να χιμήξει καταπάνω τους λυσσασμένα, ασάλευτοι αυτοί τα σημαδεύανε στο σωρό, στρώνοντας χάμω δε πέντε-δέκα τους κόψανε στην ορμή τους και τα σταμάτησαν.
Δέκα φορές πιο άγρια γινήκανε τώρα τα ουρλιαχτά. Στα πρώτα αγρίμια που κοντοστάθηκαν φοβισμένα, ήρθαν και πέσανε από πάνω άλλα αγρίμια, κι ύστερα άλλα κι άλλα απανωτά, που σπρώχνανε το ένα τ’ άλλο. Χιμάνε τώρα, δύο και τρεις φορές πιο πολλά από πριν, μα οι αρματωμένοι χωριανοί μας ατράνταχτοι τα περιμένουν.
Δουλεύουν σκληρά τ’ άρματα, ο αντίλαλος παίρνει κι ανακατώνει το τουφεκίδι με τα ουρλιαχτά κάτω στη ρεματιά. Το χιόνι καθρεπτίζει ανάκατα, ίσκιος, αίματα και λάμψεις ντουφεκιών και λίγο πίσω οι μεγάλες φωτιές σκορπούνε φωτερά δεμάτια από πορτοκαλιές ανταύγειες και απέραντες καπνισμένες σκιές χοροπηδάνε στα γύρω.
Κι έγινε και τ’ άλλο το απίθανο κι ανήκουστο και τραγικά κωμικό. Αφού αφήσανε τ’ αγρίμια να γιουρσέψουνε κάπου έξι- επτά φορές και κάθε φορά τα προσδέχονταν με τα φλογάτα βόλια, στρώνοντας χάμω κάμποσα νέκρα και λαβωμένα, μέσα σε κείνο το τρομερό το σαματά και τα ουρλιάσματα, αρπάξανε τότε οι χωριανοί κάτι μεγάλα δαυλιά που λαμπάδιαζαν ολόλαμπρα και κρατώντας με το άλλο χέρι το ντουφέκι ή το μαχαίρι, χιμήξανε αλαλάζοντας καταπάνω στους αγριεμένους λύκους.
Γίνηκε πόλεμος σωστός, εκεί να δεις αντάρα, τα ’χασαν οι λύκοι. Βλέπουν τις φλόγες που τρέχουν καταπάνω τους, ακούνε τις φωνές, νιώθουνε τα βόλια ή το μαχαίρι να τους καίει τα σωθικά και μπερδεύονται, κάνουνε να δαγκώσουν, μα είναι πια αργά.
Που να σας τα μολογάω, τους φάγανε οι Ρεντινιώτες τους λύκους, όσοι απομείνανε -περίπου οι μισοί- το βάλανε στα πόδια ουρλιάζοντας και τρέχουνε, τρέχουνε, χάθηκαν, πάνε…
Αργά, μεσάνυχτα κοντά, σβήνουν σε λίγο σιγά σιγά κι οι φωτιές που ’χαν ανάψει γύρω στο χωριό, μόνο τ’ αποκαΐδια μείνανε. Σβήσανε έπειτα τα λυχνάρια μεσ’ τα σπίτια, τους άντρες τους νίκησε η νύστα, πλάγιασαν κατακουρασμένοι και διπλοτριπλοκοιμήθηκαν, κι απόμειναν ψηλοκρεμασμένα τ’ άστρα.
Έτσι πέρασε εκείνος ο φοβερός βαρύς χειμώνας, που κράτησε πάνω από τέσσερες μήνες. Κι ύστερα από εκείνη την μεγάλη βαρυχειμωνιά, ξεθύμανε αυτός ο χειμώνας, οι μέρες γλύκαναν ήρθε άνοιξη. Άνοιξε ο καιρός και λυώσαν τα πολλά χιόνια στις ράχες και στα ριζά, ξανάρχισε η ζωή, άρχισαν τότε οι Ρεντινιώτες να σκορπάνε στα χωράφια τους ή να βοσκήσουνε τα γιδοπρόβατα τους.
Έλαχε ακόμα εκείνη την χρονιά το καλοκαίρι να ’ρθει βιαστικό. Τόσο βιαστικό που παραγκώνισε μια ώρα αρχύτερα την άνοιξη, πολύ πριν τα τέλη του Μάη και συνέβηκε ένα ακόμη πιο παράξενο. Κάποιο κοντόβραδο του Μάη μήνα, ένας λεβεντονιός ο Γιαννούλας, θα ’ταν δεν θα ’ταν καμιά εικοσαριά χρονών, βοσκούσε τα γιδοπρόβατα του πάνω στην Αγγελίνα, καθώς ετοιμαζότανε να κινήσει πίσω για το χωριό, ακούει ένα μουγκρητό, κάτι σαν μουγκανητό από γελάδι.
Γυρνάει και βλέπει στ’ ακρόχελο του δάσους ένα ελάφι, όχι, μάλλον ζαρκάδι ήταν δεν έχει κέρατα, μα πάλι σαν πολύ μεγάλο έμοιαζε για ζαρκάδι. Το ελάφι λοιπόν κοντοστεκόταν, αυτιαζότανε, ύστερα έτρεξε λίγο κι ήρθε πιο κοντά και στάθηκε πάλι κι όρθωσε λίγο το κεφάλι.
Ναι, ναι, ελαφίνα είναι!, κι είναι μόνη, έτοιμη για να πηδήξει, πέρα να φύγει, αστραπή. Μα αυτή έσκυψε και βάλθηκε να βοσκάει ανέγνοιαστα…
Το βοσκόπουλο δεν σάλεψε, κοίταζε. Τον είχε γοητεύσει το πανέμορφο ζώο. Κι όχι τόσο η ομορφιά του, όσο εκείνο το αθώο κάτι, το φοβισμένο πού έχει. Το νιώθεις όλο νεύρο, προσέχει, φυλάγεται, τεντωμένο ολάκερο απ’ την κορφή ως τα νύχια, μόλις ακούσει το παραμικρό να πηδήσει πέρα…
Μα να, μονομιάς τι ν’ άκουσε η ελαφίνα μας; Πετάγεται ως τρεις οργιές μακριά και σαν βέλος χάθηκε, καπνός, κι έσβησε μέσ’ στ’ απόσκια…
Ύστερα σουρούπωσε, στ’ απόσωσμα της μέρας πριν γείρει για τα καλά ο ήλιος, πήρε τον κατήφορο αλαφροπατώντας και λίγο πιο κάτω ροβολώντας για το χωριό το βοσκόπουλο, συνεπαρμένο και μερακλωμένο σιγοτραγουδούσε:
Όλα τα λάφια βόσκουνε κι όλα δροσολογιόνται…
και μια λαφίνα μοναχή δεν πάει κοντά με τα άλλα,
μόνο, στ’ απόσκια περπατεί, τ’ απόζερβα ανεβαίνει,
κι όπου βρει γάργαρο νερό σκύβει και το πίνει…
Αγαπούνε από παλιά την Ρεντίνα τα ελάφια και τ’ αγαπούνε κι οι Ρεντινιώτες περίσσια τα πανέμορφα τούτα ζωντανά. Στην Ρεντίνα κάποτε συνέβηκε κι αυτό, γιατί στον τόπο της πάντοτε ζούνε ελάφια!

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου